Υγεία: Κράτος και Αγορά σε νέους ρόλους
Η Ελλάδα δεδομένης της οικονομικής της ανάπτυξης δαπανά σημαντικά ποσά για την υγεία. H τεράστια αύξηση στις δαπάνες υγείας τα τελευταία 30 χρόνια δεν επέφερε την ανάλογη αποτελεσματικότητα στο σύστημα ενώ, η κατανομή των πόρων δεν ήταν αποδοτική.
Βέβαια, στην αρχική φάση ανάπτυξης του ΕΣΥ δεν μας ενδιέφερε ο έλεγχος του κόστους. Σήμερα όμως, η σπατάλη πόρων και αλόγιστη χρήση τους μας αναγκάζει, επιτέλους, να θέτουμε ερωτήματα όχι πόσα ξοδεύουμε αλλά πως τα ξοδεύουμε.
Η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις στον τομέα της υγείας για τα επόμενα χρόνια με αποτέλεσμα να υπάρχει η ανάγκη για ουσιαστικές και δομικές μεταρρυθμίσεις. Η γήρανση του πληθυσμού με τη συνακόλουθη αύξηση της ζήτησης, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας υγείας, η εμφάνιση νέων ασθενειών και οι κοινωνικές ανισότητες αποτελούν παράγοντες οι οποίοι έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία και στο κόστος του συστήματος υγείας.
Δύο είναι οι παράγοντες που προσδιορίζουν το πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να διαμορφωθεί η πολιτική αναφορικά με την υγεία και την κοινωνική αλληλεγγύη. Οι αξίες και οι σταθερές της κοινωνίας και η δυσχερής μακρο-οικονομική πραγματικότητα.
Για να ανταποκριθούμε στις προαναφερθείσες προκλήσεις θα πρέπει να σχεδιάσουμε και να αναπτύξουμε στρατηγικές και πολιτικές σε όλα τα επίπεδα του συστήματος υγείας. Πιο συγκεκριμένα:
Θα πρέπει να επαναξιολογήσουμε το ρόλο του κράτους στη χρηματοδότηση και παροχή υπηρεσιών υγείας, στον ανταγωνισμό μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας και στη διαχείριση της προσφοράς, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τις αδυναμίες της αγοράς και τις αποτυχίες της κρατικής παρέμβασης.
Οι κανόνες ρύθμισης της αγοράς θα πρέπει να είναι ευέλικτοι. Θα πρέπει να εστιάζουν στην επιτήρηση, στον έλεγχο της αγοράς και στην αξιολόγηση των εκροών υγείας και όχι στον αυστηρό καθορισμό των εισροών στο σύστημα.
Οι υπηρεσίες δημόσιας υγείας πρέπει να αναπροσανατολιστούν προς την κατεύθυνση προαγωγής της υγείας και πρόληψης της ασθένειας. Ταυτόχρονα, οι υποδομές δημόσιας υγείας πρέπει να ενισχυθούν δεδομένων και των απειλών που διατρέχουν οι πολίτες από τις μεγάλες υγειονομικές κρίσεις και το μεταναστευτικό ρεύμα που πλήττει τη χώρα μας. Ταυτόχρονα, πρέπει να στραφούμε επιτέλους προς την ολοκληρωμένη παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Το κράτος οφείλει να λάβει ουσιαστικά μέτρα περιστολής των υψηλών ιδιωτικών δαπανών και των έμμεσων πληρωμών διότι το σύστημα μόνο κατ΄ ευφημισμό είναι δημόσιο.
Η πολιτική φαρμάκου πρέπει να στοχεύει στην έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση των ασθενών σε κάθε απαραίτητη φαρμακοθεραπεία η οποία θα είναι αποτελεσματική σε σχέση με το κόστος. Παράλληλα, το κράτος πρέπει να παράσχει κίνητρα που θα στηρίξουν την εγχώρια παραγωγή φαρμακευτικών και συναφών προϊόντων. Επιπλέον, να ενισχύσει την προσπάθεια εξωστρέφειας της Ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας η οποία στη δύσκολη οικονομική συγκυρία μπορεί να συμβάλει στην τόνωση της απασχόλησης και στην οικονομική ανάπτυξη.
Η μηχανοργάνωση της αλυσίδας διακίνησης και διάθεσης φαρμάκων και ο έλεγχος των ιατρικών πράξεων πρέπει να αποτελέσουν δόγμα προκειμένου να συγκρατήσουμε τις δαπάνες και να βελτιώσουμε την παρεχόμενη φροντίδα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι μηχανοργανωμένα και αυτοματοποιημένα συστήματα παρακολούθησης της συνταγογραφίας, χορήγησης φαρμάκων και ελέγχου των διαγνωστικών και ιατρικών πράξεων μπορούν να συγκρατήσουν τις συνολικές δαπάνες έως και 30%.
Η απόδοση του συστήματος υγείας θα πρέπει να είναι μετρήσιμη και κάθε πληροφορία να χρησιμοποιείται συστηματικά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Επίσης, είναι απαραίτητη η αξιολόγηση της ιατρικής τεχνολογίας κατά την εισαγωγή και διάχυσή της στον υγειονομικό τομέα.
Εν κατακλείδι, ένα ολοκληρωμένο σύστημα υγείας πρέπει να χαρακτηρίζεται από καθολικότητα και επάρκεια στην πρόσβαση για κάθε πολίτη ανεξαρτήτως τόπου διαμονής, ασφάλεια και υψηλή ποιότητα παροχής υπηρεσιών και ισοτιμία πρόσβασης του πολίτη ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης.
Ο προσανατολισμός του Εθνικού Συστήματος Υγείας πρέπει να είναι στραμμένος στην υγεία και όχι στην ασθένεια, στην πρόληψη και όχι στη θεραπεία, στην πρωτοβάθμια περίθαλψη και όχι στη δευτεροβάθμια-νοσοκομειακή.








